Τετάρτη, Νοέμβριος 21, 2018
Greek English German
Πέμπτη, 30 Ιούνιος 2011 20:08

Munch Mammut: Με όγκο και κύρος στην ιστορία της μοτοσυκλέτας

Αρθρογράφος: Παύλος
Βαθμολογήστε το άρθρο
(19 ψήφοι)

Στην υπεραιωνόβια ιστορία της μοτοσυκλέτας εκτός από τα μεγάλα και μικρά εργοστάσια που με τον τρόπο τους οδήγησαν στα μονοπάτια που ήθελαν την ανάπτυξη και εξέλιξη του δίτροχου μηχανοκίνητου κόσμου, υπήρξαν και κάποιοι μεμονωμένοι οραματιστές, που απομακρυσμένοι από το άγχος του κέρδους, ζούσαν σε ένα δικό τους νιρβάνα με απόλυτη προσήλωση σε αυτό το δίτροχο «κάτι», που δεν τους άφηνε να κλείσουν μάτι. Αναφέρομαι σε περιπτώσεις όπως ο...

....Burt Munro που σε ηλικία 60 χρονών ήθελε και τα κατάφερε να σπάσει το ρεκόρ ταχύτητας με μια Indian της δεκαετίας του 20, ο Donnino Rumi που βάλθηκε να αποδείξει στην δεκαετία του 50 ότι μοτοσυκλέτα και design μπορούν να έχουν κοινό πεδίο δράσης ή ο Friedel Munch με το απαράμιλλο πάθος για την κατασκευή  μοτοσυκλετών που θα μπορούσαν να ξεπεράσουν σχεδόν οτιδήποτε κινούμενο με ρόδες προϊόν μαζικής παραγωγής υπήρχε στην γη.

 

Με αφορμή την επίσκεψή μας στο Τεχνολογικό Μουσείο του Speyer βρήκαμε την ευκαιρία να θαυμάσουμε από κοντά και συγκεντρωμένο, ένα μεγάλο μέρος από το έργο του Friedel Munch. 26 καταπληκτικές μοτοσυκλέτες που κατασκευάστηκαν από το 1966 έως το 2000, ανακατασκευασμένες ή συντηρημένες δια χειρός Munch, καταλαμβάνουν ένα άριστα διαμορφωμένο τμήμα στην αίθουσα Space Flight Hall του μουσείου.

Τι ήταν όμως αυτό που έκανε τον Munch και τις μοτοσυκλέτες του τόσο διαφορετικό;

Γεννημένος το 1927 από μικρή ηλικία άρχισε να κατασκευάζει γρήγορα τροποποιημένα δίτροχα στο κατάστημα του πατέρα του. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο και έχοντας κλείσει το οικογενειακό κατάστημα βρήκε μια θέση εργασίας στην Horex. Βλέποντας το ταλέντο του και την ανατρεπτική μηχανολογική σκέψη του, τον τοποθέτησαν στην αγωνιστική ομάδα και ως επικεφαλής με την Horex 500 S5 το 1948 έκανε όλους να σαστίσουν όταν το μηχανάκι γύρισε στο Hockenheim ring με μέση ωριαία 148km/h. Η πραγματική ιστορία του Munch όμως ξεκινάει την δεκαετία του 1960. Έχοντας φύγει από την Horex, με πλούσια αγωνιστική εμπειρία και γεμάτος ιδέες, κατασκευάζει την πρώτη του Munch το 1964. Η αναγνώρισή του βέβαια είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα όταν κατάφερε και άρχισε να κατασκευάζει τα δικά του, άκρως αποτελεσματικά φρένα αγωνιστικών, τα οποία είχαν εξοπλίσει πολλές κορυφαίες μηχανές αγώνων, όπως το θρυλικό Manx Norton ή το G80 Matchless.

 

Έχοντας ολοκληρώσει την πρώτη του πλήρη μοτοσυκλέτα το 1965 δέχεται και την πρώτη παραγγελία από τον Jean Murit (οδηγός από τους λεγόμενους speed record breakers) που του ζήτησε να κατασκευάσει την γρηγορότερη, ισχυρότερη και μεγαλύτερη roadster από οτιδήποτε είχε σχεδιαστεί και κυκλοφορούσε μέχρι εκείνη την στιγμή. Χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία ο Friedel δημιούργησε την πρώτη ισχυρή Mammut και άνοιξε ο δρόμος στις τετρακύλινδρες μοτοσυκλέτες. Αν λοιπόν κάποιος νομίζει ότι οι τετρακύλινδροι κινητήρες φορέθηκαν πρώτη φορά σε μοτοσυκλέτα από τους Ιάπωνες, κάνει λάθος. Η πρώτη τετρακύλινδρη μοτοσυκλέτα ήταν Mammut, όπως Mammut ήταν και η πρώτη που φόρεσε κινητήρα αυτοκινήτου. Με διαφορετικές εκδόσεις που κυμαίνονταν από 996cc Streetbike με 104bhp έως 1278cc roadster εφοδιασμένα με ενσωματωμένο τετρακύλινδρο κινητήρα NSU που μπορούσε να επιτύχει σε μοτοσυκλέτα παραγωγής ταχύτητες μεγαλύτερες της τάξης των 200 χλμ/ώρα.  Και όλα αυτά κάπου στο 1968 λίγο πριν ξεκινήσει η ιαπωνική επανάσταση της δεκαετίας του 1970 και  με μόλις 14 εργαζόμενους σε ένα συνεργείο (μη φανταστεί κανένας εργοστάσιο…).


Ενώ η φήμη των τρομερών Big Bikes του Munch ξέφευγε πέραν των Γερμανικών συνόρων καθώς έφεραν τον τίτλο των γρηγορότερων μοτοσυκλετών παραγωγής και όλοι σάστιζαν μπροστά στα επιβλητικά μαμούθ του, ήρθε το πρώτο επιχειρηματικό χτύπημα. Δυστυχώς ο Munch δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιεί το όνομα Mammut που ταίριαζε τόσο πολύ στις κατασκευές του, καθώς ήταν κατοχυρωμένο brand name από άλλη εταιρεία. Ενώ όλοι γνώριζαν τα Mammut, δεν ήταν δυνατή η ξεκάθαρη χρήση του ονόματός τους, οπότε δημιουργήθηκε μια πολύ περίεργη κατάσταση, κάτι σαν φημολογία. Τα 500 μαμούθ που κατασκευάστηκαν με απολύτως χειροποίητο τρόπο τα επόμενα 20 χρόνια δεν φέρουν τον λογότυπο Mammut όπως πολύ θα ήθελε ο δημιουργός τους, αλλά Munch.

 

Τον Friedel όμως δεν τον ένοιαζαν και πολύ τα επιχειρηματικά. Ήταν ένας αυθεντικός οραματιστής και δραστήριος δημιουργός. Αφού είχε καταφέρει να στήσει μια μικρή αλλά αποτελεσματική γραμμή παραγωγής, στρέφεται και πάλι στο κομμάτι που τόσο αγαπούσε, τους αγώνες.  Συστήνει την ομάδα Munch-URS, προμηθεύεται Βρετανικούς σκελετούς Rickman τελευταίας γενιάς και αγωνίζεται για πρώτη φορά (εκτός πρωταθλήματος) στο Αυστριακό Grand Prix τον Απρίλιο του 1970. Ήταν ένα μοναδικό ντεμπούτο καθώς ο αναβάτητης της Munch, Kaczor, κέρδισε  τον αγώνα και έκανε τον ταχύτερο γύρο, ενώ η άλλη μοτοσυκλέτα της ίδιας ομάδας τερμάτισε δεύτερη.

 


Δυστυχώς, μετά από αυτό το ελπιδοφόρο ξεκίνημα, το όραμα κατέρρευσε. Το σχέδιο άλλωστε ήταν ιδιαίτερα μεγαλεπήβολο για μια εταιρεία με το βεληνεκές της Munch. Η κυριαρχία των MV Agusta ήταν καθηλωτική και σίγουρα όχι άδικα. Υπήρξαν μερικές συμμετοχές ακόμη για την Munch-URS, αλλά παρά το γεγονός ότι η γνώση για καινοτομίες υπήρχε, το κεφάλαιο έθετε τους δικούς του περιοριστικούς και απαγορευτικούς όρους. Η αδυναμία εξασφάλισης ισχυρής συμμετοχής στο παγκόσμιο πρωτάθλημα έκανε τον Munch να στραφεί σε άλλου είδους συμμετοχές… Προσπάθησε να καταρρίψει το ρεκόρ μιας ώρας με την υψηλότερη μέση ταχύτητα που κατείχε ο Mike Hailwood με την MV Agusta του. Κατασκεύασε τη Daytona Bomb, ένα θηρίο των 125bhp, 1370cc που ήταν ικανό να ταξιδεύει με πάνω από 175 μίλια/ώρα. Για να κερδίσει το ρεκόρ, όμως, έπρεπε να διατηρήσει αυτές τις ταχύτητες για 60 λεπτά. Δεν τα καταφέρε καθώς τα ελαστικά του διαλύθηκαν μετά από μόλις 3 γύρους στο Speed Bowl.

 

Οι περιορισμοί κεφαλαιακής επάρκειας δεν περιόρισαν μόνο την αγωνιστική δράση, αλλά και την γραμμή παραγωγής, αφού τα υψηλού κόστους υλικά έκαναν τα Mammut ιδιαίτερα ακριβά και συνεχώς ακριβότερα από τον Ιαπωνικό ανταγωνισμό. Προκειμένου να μην σταματήσει η παραγωγή το 1973 ο Munch συνεταιρίζεται με τον έμπορο τροφίμων Heinz Henke. Για δύο χρόνια συνεχίζουν μαζί και το 1975 ο Munch αποχωρεί αφήνοντας την τύχη της εταιρείας στα χέρια του Henke. Η Munch θα συνεχίσει την παραγωγή της μέχρι το 1980 οπότε βγήκε και επισήμως το τελευταίο μαμούθ. Ο Munch από την άλλη θα συνεχίσει να κατασκευάζει μοτοσυκλέτες κατόπιν παραγγελίας, χρησιμοποιώντας τα brand names της Horex και της Titan.  Οι μοτοσυκλέτες του χαρακτηρίζονται πάντα από υπερεπιδόσεις και όγκο, αλλά και χρηστικότητα και αξιοπιστία. Το 2001 πραγματοποίησε για ακόμη μια φορά ένα project που θα μπορούσε να βγεί από γραμμή παραγωγής. Σε χρηματοδότηση από τον επιχειρηματία Thomas Petsch κατασκεύασε το Mammut 2000 με ιπποδύναμη 260hp και προοπτική για κατασκευή 250 μοτοσυκλετών. Δυστυχώς η παραγωγή διακόπηκε μετά από μόλις 15 μοτοσυκλέτες αφού κρίθηκε το όλο project ασύμφορο οικονομικά λόγω του υψηλού κόστους κατασκευής…και πάλι!

 

Παρά το γεγονός ότι ο Munch δεν κατάφερε να διατηρήσει τα μαμούθ του σε παραγωγή, δημιούργησε μια μεγάλη μοτοσυκλετιστική συλλεκτική αξία. Σήμερα, οι τιμές δημοπρασίας που δίνονται από τον οίκο Bonham στο Stafford για τα Mammut ξεκινούν από 100.000ευρώ…

 

Τα Mammut σήμερα βρίσκονται στην επικαιρότητα καθώς παίζεται στους κινηματογράφους η ταινία με τον ομώνυμο τίτλο και πρωταγωνιστή τον Gerard Departieu. Αξίζει η ταινία μόνο και μόνο για να ακούσει κάποιος τον ήχο και να δει εικόνες ταξιδιάρικες από ένα κατακόκκινο μαμούθ του Friedel Munch!

 

Τελευταία τροποποίηση: Πέμπτη, 30 Ιούνιος 2011 20:16
Παύλος

Παύλος

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.