Πέμπτη, Ιούλιος 19, 2018
Greek English German
Παρασκευή, 15 Μάιος 2009 21:46

Ένα μικρό αφιέρωμα στην Ιρλανδία

Αρθρογράφος: Στέφανος
Βαθμολογήστε το άρθρο
(5 ψήφοι)

Σε μια εβδομάδα από σήμερα έρχεται ηbloomsday στην Ιρλανδία. Όλοι παίρνουν το πρωινό που έτρωγε ο James Joyce, ο μεγάλος λογοτέχνης και σύμβολο της χώρας, περπατούν στους δρόμους ρεμβάζοντας όπως αυτός και προσπαθούν να φέρουν τη μνήμη του ξανά στην επικαιρότητα. Μιλάμε για έναν λογοτέχνη για τον οποίο έχει ειπωθεί πως αν για κάποιο λόγο εξαφανιζόταν

εκ βάθρων το Δουβλίνο, θα μπορούσε να ξαναφτιαχτεί μόνο και μόνο μέσα από τα βιβλία του...Την αγαπώ ιδιαίτερα την Ιρλανδία και γι'αυτό σας χαρίζω ένα ταξιδιωτικό που είχα γράψει γι'αυτήν το 2002. Ελπίζω να σας αρέσει. Στέφανος Σκλαβενίτης

"Ένα ταξίδι στην Ιρλανδία με μοτοσυκλέτα και συνοδοιπόρο τον Τζέυμς Τζόυς μπορεί να είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό. Μαθαίνοντας τα όρια του δρόμου και τους μύθους του κάθε λαού καταλήγεις να αναζητάς την απόλυτη αλήθεια που κρύβεται πίσω από την επόμενη περιπέτεια. Τι νόημα έχει αλλιώς;
Ήταν το πρωινό της 2ας Φεβρουαρίου του 1922, όταν εκδόθηκε στο Παρίσι το μυθιστόρημα που βάζει τέρμα σε όλα τα μυθιστορήματα, ο Οδυσσέας του Τζέιμς Τζόυς. Το αρχετυπικό σύμβολο του ταξιδευτή, ο ήρωας που ενσαρκώνει τη διάθεση φυγής του καθενός μας, τη γοητεία του αγνώστου και συγχρόνως την ακατανίκητη έλξη της περιπλάνησης, αναβίωσε μέσα από τις δαιδαλώδεις σελίδες του Ιρλανδού συγγραφέα σαν ένα πρόσωπο καθημερινό, μια ιστορία του Δουβλίνου. Ογδόντα χρόνια μετά, μαγνητισμένοι από τον μύθο, τη φιγούρα του Τζόυς αλλα και την πρωτόγονη αίσθηση ελευθερίας του ανοιχτού ορίζοντα, αποφασίσαμε να ακολουθήσουμε τα χνάρια του μεγαλύτερου πεζογράφου του 20ου αιώνα και να χαράξουμε τη δική μας Οδύσσεια στον ευρωπαϊκό χάρτη. Καράβι μας, μια Yamaha FJR 1300, προορισμός μας το Δουβλίνο και σταθμοί μας οι μεγάλες πόλεις που σημάδεψαν τόσο την ζωή του Τζούς, όσο και την Ιστορία.
Το ταξίδι μας ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη την άνοιξη του 2002, τη στιγμή που αποχαιρετήσαμε τα οικεία μας πρόσωπα και ανοίξαμε το γκάζι αποδεχόμενοι την πρόκληση του δρόμου. Ήμαστε μόνοι, με όρια τις επιθυμίες μας, την περιέργειά μας και - κάποιες φορές - τα όρια ταχύτητας. Ξεμπερδέψαμε γρήγορα με το ελληνικό κομμάτι της διαδρομής και μόλις πατήσαμε ιταλικό έδαφος είχαμε το κλειδί για να ανοίξουμε τις πύλες της Ευρώπης. Αλλωστε, πληρώναμε σε ευρώ!
Το φάντασμα του Τζόυς μας ακολουθούσε καθ'όλη τη διάρκεια της πορείας μας. Ωστόσο, νιώσαμε πραγματικά την παρουσία του όταν ανεβήκαμε στον τάφο του στο Fluntern και τον αντικρύσαμε να κρυφοδιαβάζει στην αιωνιότητα. Στα πόδια μας απλωνόταν η Ζυρίχη, νωχελική στις όχθες της λίμνης της, μια πόλη χωρίς ιδιαίτερο στίγμα, να αναμετράει το χρόνο σε μικρά διαστήματα, με την μονότονη ακρίβεια ενός ελβετικού ρολογιού.
Το βλέμμα μας ήταν θολωμένο από την προηγούμενη ημέρα, όταν σταθήκαμε μπροστά στο βαρυφορτωμένο, γοτθικό Duomo του Μιλάνο και είδαμε την κομψότητα και την υπερβολή πετρωμένες. Το μικρό λουλούδι που αφήσαμε στα πόδια του Τζόυς μας έβγαλε από την ονειροπόληση, και με μάτι καθαρό πια, συνεχίσαμε προς τη Γαλλία.
Η υποδοχή της Γαλλίας δεν ήταν και η καλύτερη. Φταίμε και εμείς βέβαια, που φροντίσαμε να αφήσουμε πίσω μας τους χάρτες και να ακολουθήσουμε το ταξιδιωτικό μας ένστικτο. Χαθήκαμε, φυσικά, κάναμε το γύρο της Αλσατίας και της Λωραίνης και όταν πλέον βρήκαμε το δρόμο μας, καταλάβαμε πως χρειζόμασταν μια γενναία στάση και κάνα δυο κουτάκια με Redbull ώσπου να βγούμε στον πηγαιμό για τη Νανσύ.
Ρολόι μας ήταν μονάχα το κοντέρ της μηχανής, προθεσμίες δεν είχαμε, οπότε είπαμε να κάνουμε μια παράκαμψη και να πούμε μια καλησπέρα στην πόλη όπου είχαμε και οι δυο ξαναζήσει, μια μικρή πατρίδα μας, το Αμστερνταμ. Οι τρεις ημέρες που περάσαμε στη Ολλανδία ήταν έντονές, πολύχρωμες, με παλιούς φίλους, χαλάρωση και ανάκτηση δυνάμεων. Ξέραμε πως το Αμστερνταμ είναι μια πόλη εύπλαστη, που προσαρμόζεται στις επιθυμίες του καθένα, ένας τόπος ονειρικός όπου αρκεί να κάτσεις δίπλα σε οποιοδήποτε κανάλι για να νιώσεις το ρυθμό της ζωής να κυλά μέσα σου, χωρίς βιασύνη, με την ηρεμία του ποταμού Αμστελ.
Τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες, τους απαραίτητους σε κάθε Οδύσσεια, τους βρήκαμε μπροστά μας στην Αγγλία. Το πέρασμά μας από το Νησί ήταν σύντομο, αρκετό ωστόσο για να μας αφήσει πικρή γεύση. Οι Αγγλοι καθε άλλο παρά τζεντλεμεν αποδείχθηκαν, ενώ οι δυσκολίες κυμαινόταν από τις συνδιαλλαγές (η αναθεματισμένη στερλίνα βλέπετε) ως και την οδοσήμανση, που βόηθησε ώστε να χαθούμε ξανά, φτάνοντας μέχρι το Μάντσεστερ του πανταχού παρόντος Μπέκαμ. Τελικά, πήραμε το φέρρυ για την Ιρλανδία ανακουφισμένοι και με αδημονία για το άγνωστο Δουβλίνο.
Το Δουβλίνο είναι μια πόλη στοιχειωμένη από τον τζοϋσικό μύθο. Πάνω από τους στενούς δρόμους, τις πλατείες και τις γέφυρες του ποταμού Liffey, ίπταται ένα άλλο Δουβλίνο, μια πόλη χτισμένη με λέξεις και συμβολισμούς, θεμελιωμένη στους θρύλους που συνιστούν την εσώτερη ψυχή όχι μονάχα της Ιρλανδίας, αλλά της Ευρώπης εν γένει. Κι όμως η πόλη αυτή δεν υποβάλλει συμπεριφορές, δεν καθορίζει τη ζωή των κατοίκων της, όντας ταυτόχρονα η πιο νεανική πρωτεύουσα της Ευρώπης, με μουσικές στους δρόμους, μπαράκια γεμάτα από όλες τις ηλικίες και τη χαρακτηριστική, σχεδόν μεσογειακή, θέρμη των Ιρλανδών. Συναντήσαμε τον συγγραφέα παντου, περπατήσαμε μαζί του στην παραλία, ήπιαμε μαυρη μπύρα στις παμπ, μας τον σύστησαν οι Ιρλανδοι σαν να επρόκειτο για κάποιον παλιό φίλο, έναν από αυτούς, τον γείτονά τους. Συνειδητοποιήσαμε τη βαθιά σχέση που μοιράζονται οι δουβλινέζοι με τον άνθρωπο που καθιέρωσε την πόλη τους στον παγκόσμιο λογοτεχνικό χάρτη, μια σχέση πέρα από τα όρια της σχέσης συγγραφέα- αναγνώστη, αφού ακόμη και αυτοί που δεν είχαν διαβάσει ούτε μία σελίδα από το δυσνόητο, συχνά δυσπροσέγγιστο έργο του, μπορούσαν να μιλήσουν για αυτόν, με τρόπο απλό και καθημερινό.
Ο Τζόυς έδωσε ταυτότητα σε αυτόν τον ίδιαίτερο τόπο, μίλησε για τη βαθύτερη διάνοια της Ιρλανδίας, μετέφερε τη γεύση της στις άκρες του κόσμου. Μία γεύση μεθυστική, ενός λαού που μας αγκάλιασε χωρίς ενδοιασμούς και μας έκανε να αναρωτηθούμε μήπως τελικά το Δουβλίνο θα μπορούσε να είναι και η δική μας Ιθάκη, τόσο μακριά αλλά συνάμα τόσο κοντά. Η αρχέγονη αξία της φιλοξενίας που γεφυρώνει κουλτούρες και διαρρηγνύει τα συνοριακά τείχη, έχει ριζώσει στην καρδιά των απλών ανθρώπων και είναι η ψυχή του σμαραγδένιου νησιού. Διασχίζοντας την ιρλανδική επαρχία περάσαμε από αρχαίους, μυστηριακούς τόπους των Κελτών, κάναμε φίλους, θυμηθήκαμε τους δικούς μας τόπους, που, αν και διαφορετικοί σε παραδόσεις και ιστορία, διαπνέονται από παρόμοιες αξίες.
Ύστερα από πέντε μέρες, και με κάποια θλίψη για τα τοπία και τα πρόσωπα που αφήναμε πίσω, διασχίσαμε άλλη μια φορά την ιρλανδική θάλασσα και μπήκαμε, πλέον, σε τροχιά επιστροφής, προς την Ανατολή. Η σύντομη και βιαστική πορεία μας μέχρι το Λονδίνο περιελάμβανε ακόμα μια άσκοπη περιπλάνηση στους ουαλικούς δρόμους με τα ονόματα- σιδηροδρόμους στη γαελική που ήταν αδύνατον να προφέρουμε. Μέσα σε μια ημέρα είναι αδύνατον να σχηματίσει κανείς εικόνα για αυτό το μωσαϊκό πολιτισμών που βρίσκεται σε συνεχή εγρήγορση, λες και χτυπά εκεί ο παλμός του κόσμου. Αν σταθείς για μια στιγμή στο Λονδίνο η πόλη θα αρχίσει να περιστρέφεται γύρω σου, αφού θα είσαι το μοναδικό ακίνητο σημείο. Το επόμενο ξημέρωμα μας βρήκε στην άλλη πλευρά της Μάγχης και το απόγευμα ήμαστε στο Παρίσι.
Η γνωριμία μας με την πόλη του Φωτός έγινε μέσω φίλων που είχαν την ευγένεια να μας ανεχτούν για τέσσερις μέρες. Ξεφύγαμε έτσι από την ρετσινιά του τουρίστα και γνωρίσαμε το Παρίσι που λείπει από τους οδηγούς, τα καφέ στις όχθες του Σηκουάνα, τα υπόγεια καπηλειά, τις ανοιχτές αγορές του Μαρέ. Το Παρίσι, όπου όλοι ζουν και κανείς δεν πεθαίνει ποτέ όπως έλεγε ο Χένρι Μίλλερ, διατηρεί ακόμα την ατμόσφαιρα που έθρεψε μια ολόκληρη κουλτούρα, τον εστέτ χαρακτήρα του, τον προνομιακό, γεμάτο ερωτισμό αέρα που ανέπνευσε και ο Τζόυς, στα 19 χρόνια που έζησε εκεί. Ίσως να πέφταμε κι εμείς στην παγίδα των Λωτοφάγων, αν δεν ακούγαμε μέσα μας το κάλεσμα της Μεσογείου...
Επιτέλους θάλασσα! Ο αλμυρός άνεμος και ο ήλιος του Νότου μας προϋπάντησαν με το που φτάσαμε στη Μασσαλία. Ύστερα από βόρειες διαδρομές με βροχές, χαλάζι, ποταμούς και γκρίζες παραλίες, νιώσαμε πιο κοντά στο σπίτι με τον πρώτο καφέ που ήπιαμε στην Κυανή Ακτή. Τα πανηγύρια είχαν ήδη αρχίσει εκεί κοντά, το 55ο Φεστιβάλ Καννών ξεκινούσε την επομένη και έτσι είπαμε να ρίξουμε μια ματιά...
Τα πλήθη στις Κάννες βούιζαν τόσο γύρω από τη Σάρον Στόουν και τον Γούντυ Αλεν όσο και γύρω από τον τοπικό ήρωα της Προβηγκίας Ζινεντίν Ζιντάν που έκλεψε αρκετή από τη δόξα εκείνης της πρώτης βραδιάς του Φεστιβάλ. Τα πανηγύρια για τον τελικό του Champions League, οι ταινίες των Καννών και ο εκτυφλωτικός ήλιος στην Κρουαζέτ είναι ότι κρατήσαμε στις αποσκευές μας βάζοντας πλώρη για Ιταλία. Ένα βήμα πιο κοντά.
Με το μυαλό στη Θεσσαλονίκη, χαθήκαμε για τελευταία φορά στο λαβύρινθο του λιμανιού της Γένοβας και κάναμε την απαραίτητη στάση στη Φλωρεντία. Ζαλισμένοι από την πληθώρα των εικόνων του ταξιδιού, λίγα είδαμε πραγματικά από την Αναγεννησιακή πόλη. Θαυμάσαμε το πλήθος των Γιαπωνέζων μπροστά από τα πολύχρωμα επίθετα μάρμαρα του Ντουόμο, πήραμε μια ανάσα στις όχθες του ?ρνου και προσπαθήσαμε να χωρέσουμε στο μυαλό μας κάτι από το άρωμα της φλωρεντινής τέχνης. Δύσκολο, πολύ δύσκολο. Βρισκόμασταν ήδη αλλού, βλέπαμε στο βάθος την κορυφογραμμή της Πίνδου, επιστρέφαμε ολοκληρώνοντας τον κύκλο μας, πιο πλούσιοι.
Κοιμηθήκαμε τον ύπνο του δικαίου μέσα στο πλοίο της Minoan και το πρωί πατήσαμε σε γνώριμα τοπία. Ρίξαμε ένα βλέμμα πίσω μας. Ο Τζέιμς Τζόυς ήταν ακόμη μαζί μας, πιο σάρκινος και οικείος, ενώ πίσω από την λεπτή φιγούρα του μας χαμογελούσε η δική μας, τώρα, Ιρλανδία".

Τελευταία τροποποίηση: Τετάρτη, 11 Νοέμβριος 2009 16:50
Στέφανος

Στέφανος

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.